Αποφρακτική υπνική άπνοια και στυτική δυσλειτουργία

Κοινοποιήση:

Ως αποφρακτική υπνική άπνοια, ορίζεται η απόφραξη των αεραγωγών, όταν ο μαλακός ιστός στο πίσω μέρος του λαιμού “καταρρέει” κατά τη διάρκεια του ύπνου, προκαλώντας διακοπές στην αναπνοή του ατόμου. Πρόκειται για μια χρόνια πάθηση που επηρεάζει το 10%, περίπου, των μεσήλικων ανδρών. Αν και η υπνική άπνοια μπορεί να είναι ασυμπτωματική, χαρακτηρίζεται συνήθως από υποξία του οργανισμού (παθολογική κατάσταση κατά την οποία, ολόκληρο το σώμα ή ένα μέρος του, στερείται επαρκούς οξυγόνωσης), υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, κόπωση και συνολική μείωση της ποιότητας ζωής. Η υπνική άπνοια έχει συσχετιστεί με πολλά σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις, το εγκεφαλικό επεισόδιο και η υπέρταση. Ένα από τα όχι και τόσο γνωστά προβλήματα που αφορούν τις αγγειακές, και όχι μόνο, επιπτώσεις της υπνικής άπνοιας στον ανθρώπινο οργανισμό (υποξία, διαταραχή στον ύπνο, ορμονικές και ψυχολογικές αλλαγές) είναι και ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης στυτικής δυσλειτουργίας.

Ως στυτική δυσλειτουργία ορίζεται η μόνιμη ή παροδική αδυναμία στην απόκτηση ή/και διατήρηση στύσης, ικανής σκληρότητας για διείσδυση στον κόλπο της γυναίκας, χωρίς την βοήθεια του χεριού, με σκοπό μια ολοκληρωμένη και ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Πρόκειται για ένα συχνό φαινόμενο που εκτιμάται ότι επηρεάζει τουλάχιστον το 20% των ανδρών ηλικίας 30-70 ετών. Ωστόσο, στην περίπτωση των ανδρών που πάσχουν από υπνική άπνοια ο επιπολασμός της στυτικής δυσλειτουργίας ξεπερνά το 69%. Την ίδια στιγμή για τους ασθενείς αυτούς, η στυτική δυσλειτουργία θεωρείται παράγοντας κινδύνου για μελλοντικές καρδιαγγειακές παθήσεις.

Για τη συσχέτιση μεταξύ υπνικής άπνοιας και στυτικής δυσλειτουργίας έχουν διαμορφωθεί αρκετές θεωρίες, όπως:

  • Η στέρηση του ύπνου προκαλεί ορμονικά προβλήματα. Το ανδρικό σώμα παράγει τεστοστερόνη (την κυρίαρχη ανδρική ορμόνη για τη σεξουαλική λειτουργία) κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ωστόσο, ο ανεπαρκής και ο διακοπτόμενος ύπνος, όπως αυτός που προκαλείται από την υπνική άπνοια, μπορεί να μειώσει τα επίπεδα τεστοστερόνης, με αποτέλεσμα μειωμένη στύση και μειωμένη σεξουαλική επιθυμία.
  • Επιπλέον, οι άνδρες που έχουν μειωμένο και διακοπτόμενο ύπνο βιώνουν συχνά κόπωση και ευερεθιστότητα μέσα στη μέρα, γεγονός που μπορεί να εντείνει τις σεξουαλικές δυσλειτουργίες που αναφέρθηκαν.
  • Τέλος, είναι πιθανό λόγω της υποξίας που υφίστανται οι άνδρες με υπνική άπνοια, η ανεπάρκεια του οξυγόνου, που είναι σημαντικό για τη στυτική λειτουργία, να προκαλεί πρόβλημα.

Ωστόσο, είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ανδρών διαπιστώνει βελτίωση της στύσης μετά τη θεραπεία της υπνικής άπνοιας. Η συνεχής θετική πίεση των αεραγωγών (CPAP - Continuous Positive Airway Pressure) είναι ίσως η πιο συνηθισμένη θεραπεία για την υπνική άπνοια. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν τη μέθοδο αυτή φορούν μια μάσκα κατά τη διάρκεια του ύπνου η οποία συνδέεται με ένα μηχάνημα που ωθεί τον αέρα στο πίσω μέρος του λαιμού, διατηρώντας τον αεραγωγό ανοιχτό, διευκολύνοντας την κανονική αναπνοή και οδηγώντας σε καλύτερη ανάπαυση συνολικά. Ο βελτιωμένος ύπνος οδηγεί σε πιο ισορροπημένη παραγωγή τεστοστερόνης και καλύτερα επίπεδα οξυγόνου στο σώμα.

Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον των ερευνητών έχει εστιαστεί στη χειρουργική θεραπεία της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας και στη συσχέτιση με τη βελτίωση της στυτικής λειτουργίας. Η ουροπαλατοφαρυγγειοπλαστική (UPPP) περιλαμβάνει την αφαίρεση μέρους του ιστού που εμποδίζει τον αεραγωγό. Σε πρόσφατη μελέτη διαπιστώθηκε ότι οι άνδρες που υποβλήθηκαν σε αυτή την επέμβαση είχαν βελτιωμένη στυτική λειτουργία σε σύγκριση με άνδρες που υποβλήθηκαν σε αγωγή χωρίς χειρουργική επέμβαση.

Βασιλειάδης Ηλίας,
Ψυχολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Ι.Ψ.Σ.Υ.


Cho, J. W., & Duffy, J. F. (2018). Sleep, sleep disorders, and sexual dysfunction. The world journal of men's health, 36.

Schulz, R., Bischof, F., Galetke, W., Gall, H., Heitmann, J., Hetzenecker, A., ... & Randerath, W. (2019). CPAP therapy improves erectile function in patients with severe obstructive sleep apnea. Sleep medicine, 53, 189-194.