Θέλω να μιλήσουμε…

Κοινοποιήση:


Αναμφίβολα η ψυχική υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σεξουαλική λειτουργία του ατόμου. Ακόμα και η εμφάνιση ενός ήσσονος, ψυχολογικής φύσεως, πρόβλημα μπορεί να απορρυθμίσει τη σεξουαλική διάθεση και να διαταράξει την ψυχική ισορροπία. Σύγχρονες έρευνες εστιάζουν όλο και περισσότερο στη διατάραξη της φυσιολογικής λειτουργίας του σεξουαλικού κύκλου (επιθυμία, διέγερση, οργασμός) τόσο στον ανδρικό όσο και στο γυναικείο πληθυσμό καθώς και στη συσχέτιση των σεξουαλικών δυσλειτουργιών με διαταραχές διάθεσης (κατάθλιψη, δυσθυμία).

Στο παρελθόν, υπήρχε περιορισμένος αριθμός επιστημονικών δεδομένων πάνω στη θεματολογία των γυναικείων σεξουαλικών προβλημάτων, δεδομένου του κοινωνικού και σεξουαλικού ρόλου της. Η γυναίκα επωμιζόταν με το βάρος των σεξουαλικών προβλημάτων του άνδρα, υπονομεύοντας τα δικά της σεξουαλικά «θέλω». Με την σεξουαλική απελευθέρωση, η γυναίκα διεκδικεί συναισθηματική αλλά και σεξουαλική ικανοποίησή της. Αυτό φυσικά είναι ένα θετικά ηχηρό μήνυμα για την πρόοδο στο θεραπευτικό πλαίσιο των γυναικείων σεξουαλικών δυσλειτουργιών, και της διερεύνησής τους μέσα από τη σχέση αλληλεξάρτησής με ψυχικά προβλήματα.

Είναι επιστημονικά αποδεκτό πως οι διαταραχές στη διάθεση, αποτελούν σημείο αναφοράς και για τα γυναικεία σεξουαλικά προβλήματα όπως είναι η μειωμένη ερωτική επιθυμία, δυσκολία επίτευξης διέγερσης και οργασμού, καθώς και πόνο κατά την διάρκεια της διείσδυση (δυσπαρευνία). Τα καταθλιπτικά συμπτώματα φαίνεται να πλήττουν κυρίως στην ερωτική επιθυμία που έχει ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση σεξουαλικών επαφών. Οι γυναίκες είναι πιο «επιρρεπείς» σε διαταραχές διάθεσης με ποσοστά διπλάσια από τους άνδρες και η σοβαρότητα των επιπτώσεων της διαταραχής αυτής φαίνεται να συνθλίβει τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Η αμφίδρομη σχέση σεξουαλικών προβλημάτων και ψυχικής ανισορροπίας φαίνεται να επηρεάζεται σε μεγάλο ποσοστό και από την επικοινωνία μέσα στο ζευγάρι. Μελέτες αναφέρουν πως όταν υπάρχει δυσκολία στην επικοινωνία σεξουαλικών προβλημάτων μεταξύ των συντρόφων, είναι πιο πιθανό να εμφανίζονται συμπτώματα κατάθλιψης και σεξουαλικών δυσλειτουργιών στο γυναικείο πληθυσμό.

Είναι γνωστό ότι μία ερωτική σχέση προκειμένου να θεωρηθεί λειτουργική είναι απαραίτητο να βασίζεται στην ανοιχτή συναισθηματική και σεξουαλική έκφραση των συντρόφων. Η απόκρυψη προσωπικών επιθυμιών και αναγκών του κάθε συντρόφου προκαλεί χάσμα και αποστασιοποίηση στη σχέση, η οποία με τη σειρά της επηρεάζει την ποιότητα της σχέσης των συντρόφων.

Οι σχέσεις «σιωπής» χαρακτηρίζονται από συναισθήματα θυμού κι ενοχής καθώς οι σύντροφοι, παρόλο που δεν αποκαλύπτουν τις προσωπικές τους συναισθηματικές και σεξουαλικές ανάγκες, περιμένουν να γίνουν κατανοητές από το σύντροφο τους και να εκπληρωθούν χωρίς τη δική τους συμμετοχή.Τα άτομα που εμπλέκονται σε τέτοιου είδους σχέσεις βιώνουν έντονα αρνητικά συναισθήματα και είναι πιθανό να εμφανίσουν διαταραχές διάθεσης, όπως καταθλιπτική συμπτωματολογία, καθώς κυριαρχεί έντονα η αίσθηση του ανικανοποίητου.

Οι σύντροφοι, λοιπόν, οι οποίοι υιοθετούν μία στρατηγική αποσιώπησης των συναισθηματικών επιθυμιών τους χωρίς να επιλέγουν να αποκαλύψουν τα αιτήματα τους στο σύντροφό τους, τείνουν να οδηγούν τη σχέση σε ένα τέλμα, καθώς οι ανάγκες του κάθε ατόμου εφόσον δεν εκφράζονται, μένουν ανικανοποίητες. Η συναισθηματική απομόνωση του ζευγαριού και οι ανεκπλήρωτες ανάγκες του κάθε συντρόφου επηρεάζουν την ποιότητα της σχέσης, οδηγώντας τους συντρόφους σε συναισθηματική απομάκρυνση αλλά και σε σεξουαλική, καθώς εφόσον δε γνωστοποιούνται και δενικανοποιούνται οι συναισθηματικές και κατ’ επέκταση οι σεξουαλικές ανάγκες των συντρόφων διαταράσσεται και η σεξουαλική ζωή του ζευγαριού,η οποία με τη σειρά της πλήττει όλο και περισσότερο τη λειτουργικότητα της σχέσης και οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ των συντρόφων. Προκαλείται, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος αν δε σπάσει οδηγεί το ζευγάρι σε ρήξη.

Μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Journal of sex & marital therapy, με δείγμα 277 γυναικών, ηλικίας 18-45 ετών, διερεύνησε το κατά πόσο η γνωστοποίηση σεξουαλικών προβλημάτων στο σύντροφο επηρεάζει την ατομική σεξουαλική ικανοποίηση και συνδέεται με συμπτώματα κατάθλιψης. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας κατέδειξαν μια ισχυρή συσχέτιση γυναικείων σεξουαλικών δυσλειτουργιών (δυσκολία λίπανσης κόλπου, αδυναμία οργασμού)και φτωχής σεξουαλικής επικοινωνίας. Η συσχέτιση αυτή φαίνεται να επηρεάζει δυνητικά και την διάθεση, με την εκδήλωση καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες που επισήμαναν στο σύντροφοτα σεξουαλικά προβλήματα (66.3%), ανέφεραν λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης, μεγαλύτερα ποσοστά συχνότητας σεξουαλικών επαφών και σεξουαλικής ικανοποίησης, συγκριτικά τις γυναίκες που δεν γνωστοποιούσαν στον σύντροφό τους τέτοιου είδους αιτήματα. Η αναφορά σεξουαλικών προβλημάτων και η τάση αυτό-αποκάλυψης φαίνεται να ενισχύει την ποιότητα της σχέσης και την συναισθηματική ικανοποίηση. Παρόλα αυτά διαθέτουμε ελάχιστα βιβλιογραφικά δεδομένα σχετικά με την εξωτερίκευση σεξουαλικών προβλημάτων και τις επιπτώσεις μέσα στη σχέση.

Συνοψίζοντας, φαίνεται λοιπόν πως η αδυναμία και ο φόβος της γυναίκας να επικοινωνήσει με το σύντροφο σχετικά με προβλήματα σεξουαλικής φύσεως επηρεάζεται άμεσα με προβλήματα στη σχέση, την εμφάνιση σεξουαλικών δυσλειτουργιών και την εκδήλωση καταθλιπτικών συμπτωμάτων.

Παπαδόπουλος Περικλής

Ψυχολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Ι.Ψ.Σ.Υ