Του παιδιού μου το παιδί

Κοινοποιήση:

Ο ερχομός ενός παιδιού αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής μας. Μέσα στο πλαίσιο των αλλαγών που επιφέρει είναι και εκείνη της σχέσης με τους δικούς μας γονείς. Ιδιαίτερα αν μπαίνοντας στην ενηλικίωση «δώσαμε μάχη» να ανεξαρτητοποιηθούμε από την γονεϊκή εμπλοκή, και καταφέραμε τελικά να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε πως ξαφνικά «αναγκαζόμαστε» να στηριχτούμε και πάλι σε εκείνους για το μεγάλωμα των δικών μας παιδιών. Αυτό συμβαίνει όλο και συχνότερα στη σημερινή κοινωνία, όπου με τα οικονομικά δεδομένα να έχουν συρρικνώσει την δυνατότητα πολλών νέων γονιών να επιφορτιστούν με ένα ακόμα έξοδο για τη καθημερινή φύλαξη των παιδιών. Η γιαγιά και ο παππούς επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο, με ρόλους πιο απαραίτητους και ουσιαστικούς.

Ακούω συχνά νέους γονείς να περιγράφουν έντονα αντικρουόμενες ανάγκες. Αφενός χρειάζονται τους παππούδες να τους εξυπηρετήσουν και αφετέρου τους αμφισβητούν, τους κάνουν κήρυγμα ή απαιτούν δικτατορικά να ακολουθούν το δικό τους πλάνο μεγαλώματος του παιδιού, χωρίς καμιά απολύτως απόκλιση. Πολλοί πάνε να πάρουν το παιδί το απόγευμα και αντί να πουν «ευχαριστώ», αρχίζουν την ανάκριση και τις παρατηρήσεις. Ναι, φυσικά και είναι απόλυτα λογικό κανείς να ανησυχεί για το παιδί του, να θέλει όλα να γίνονται με τον δικό του τρόπο, τον «σωστό», αλλά θα πρέπει να είμαστε και ρεαλιστές ως προς τις προσδοκίες μας, προκειμένου αποφεύγουμε τις απογοητεύσεις και τις φορτίσεις.

Όταν ζητάμε από τους γονείς μας να μας βοηθήσουν, χρειάζεται να έχουμε επίγνωση για τις δικές τους δυνατότητες, τις υποχρεώσεις, τον «τρόπο» τους, προκειμένου να μην γινόμαστε υπερβολικοί. Θα πρέπει να θυμόμαστε πως οι δικοί μας γονείς, έχουν ήδη εκπληρώσει τον γονεϊκό τους ρόλο, με ό,τι αυτό προϋποθέτει. Τώρα είναι παππούδες! Είναι λοιπόν αναμενόμενο να μην τηρούν όλους μας τους κανόνες, αφού δεν πρόκειται για προγραμματισμένα ρομπότ που κάνουν ότι τους πούμε, ούτε για εργαζομένους μας που οφείλουν να ακολουθούν κατά γράμμα τις υποδείξεις μας.

Η σχέση των παππούδων με τα εγγόνια τους είναι μοναδική και εξαιτίας αυτού, θα βγουν έξω από τους κανόνες. Ποιος παππούς δεν κακομαθαίνει το εγγόνι του; Και αυτό γιατί ο δικός τους ρόλους δεν αφορά την αυστηρότητα ή την πειθαρχία, αλλά μια περισσότερο «συμμαχική» σχέση που προσφέρει στο παιδί ζεστασιά, στοργή και κατανόηση. Εφόσον λοιπόν μας κάνουν την εξυπηρέτηση να φροντίσουν το παιδί μας, για να είμαστε εμείς επαρκείς σε άλλους μας ρόλους, οφείλουμε να τους επιτρέπουμε κάποια μικρά ολισθήματα. Μπορούν να παίξουν και να χαρούν με τα εγγόνια τους, να τα κακομάθουν, ακόμα και να «κρύψουν» τις ζαβολιές τους. Ευτυχώς τα «πρέπει» και τα «μη» είναι ευθύνη δική μας, των νέων γονιών. Εκείνοι, πλέον έχουν το δικαίωμα να ζήσουν τα εγγόνια τους ξέγνοιαστα, με ελαστικότητα, να απολαύσουν τα υπέροχα προνόμια του να είναι κανείς παππούς ή γιαγιά. Όταν, βέβαια, ο χρόνος που περνούν με τα παιδιά είναι σημαντικός, προφανώς θα ακολουθήσουν το βασικό πλάνο, αλλά οι αποκλίσεις και οι «παρασπονδίες» είναι μάλλον αναμενόμενες.

Αυτό που πραγματικά μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα, είναι οι έντονες παρεμβάσεις στον τρόπο διαπαιδαγώγησης ή η πεποίθηση των παππούδων πως μέσα από την εμπειρία τους «ξέρουν καλύτερα», καθώς και η απόπειρα να αναλάβουν κυρίαρχο ρόλο, αμφισβητώντας τους ίδιους τους γονείς. Είναι σημαντικό λοιπόν και για τις δύο πλευρές να δουν ποιος είναι ο ρόλος τους καθενός. Οι παππούδες θα πρέπει να εμπιστευτούν τα παιδιά τους ως γονείς, χωρίς να τους βάζουν παγίδες, ενώ οι γονείς οφείλουν να αναγνωρίζουν ποιος είναι ο ρόλος του παππού και της γιαγιάς χωρίς παράλογες απαιτήσεις στρατώνα και επικριτική συμπεριφορά.

Θέκλα Βασιλείου