Κατάθλιψη: Ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις και προσεγγίσεις

Κοινοποιήση:


Το παρόν άρθρο αναφέρεται στα ψυχοθεραπευτικά μοντέλα για τη θεραπείας της κατάθλιψης (Μιχόπουλος, Ι.Μ. και Ζέρβας, Γ.Μ. 2009. Ψυχιατρική, 20:211-221). Περιγράφονται οι προσεγγίσεις σύμφωνα με την ψυχαναλυτική, συμπεριφορική, γνωσιακή και διαπροσωπική σχολή. Τα αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η ψυχοθεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική σε όλες τις ηλικίες, ακόμη και στα άτομα που νοσηλεύονται με κατάθλιψη. Η ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με τη φαρμακοθεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην κατάθλιψη μεγάλης βαρύτητας και συμβάλλει στην πρόληψη των υποτροπών της κατάθλιψης. Ακόμη η ψυχοθεραπεία επηρεάζει βιολογικές δομές του εγκεφάλου σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατων μελετών λειτουργικής νευροαπεικόνισης του εγκεφάλου.

Ψυχαναλυτική προσέγγιση

Αρχικά ο Freud μίλησε για το ρόλο της απώλειας ως γενεσιουργό αίτιο της κατάθλιψης. Η κατάθλιψη θεωρείται σα μια έκφραση οργής προς τον ίδιο τον εαυτό μέσα από την ενδοβολή ενός χαμένου αντικειμένου. Μεταφροϋδικές θεωρίες μιλούν για στοματικές και ναρκισσιστικές ανάγκες του εγώ, με ένα αδύναμο εγώ, με ένα αυστηρό υπερεγώ ή με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Επίσης η σχέση μητέρας-παιδιού είναι ιδιαίτερα σημαντική και πρώιμη στέρηση του μητρικού προσώπου συνδέεται με την εμφάνιση κατάθλιψης. Η βραχείας ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία εφαρμόζεται συχνότερα και βασικές τεχνικές είναι η ενσυναίσθηση, η διευκρίνιση, η ερμηνεία και η αντιπαράθεση.

Συμπεριφορική προσέγγιση

Η κατάθλιψη θεωρείται το αποτέλεσμα που προκύπτει μετά από ένα ερέθισμα ή γεγονός. Παράγοντες που συντηρούν την κατάθλιψη είναι η έλλειψη θετικών ενισχυτών και κοινωνικών δεξιοτήτων.

Σημαντική έννοια είναι εκείνη της «μαθημένης αβοηθητότητας», όπου μετά από ένα σοκ υπάρχει δυσκολία στην κινητοποίηση, στη μάθηση και το συναίσθημα. Η συμπεριφορική θεραπεία είναι βραχεία διάρκειας και εστιάζει στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων.

Γνωσιακή προσέγγιση

Το γνωστικό μοντέλο προτείνει ότι οι διαστρεβλωμένες ή δυσλειτουργικές σκέψεις (που επηρεάζουν τη διάθεση και τη συμπεριφορά του ασθενούς) είναι κοινές σε όλα τα ψυχολογικά προβλήματα. Η ρεαλιστική αξιολόγηση και η τροποποίηση των σκέψεων αυτών έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της διάθεσης και της συμπεριφοράς. Η σταθερή βελτίωση προκύπτει από την τροποποίηση των υποκειμενικών δυσλειτουργικών πεποιθήσεων του ασθενούς. Πιο συγκεκριμένα, στη γνωσιακή θεωρία, έτσι όπως έχει προταθεί από τον Beck, αρνητικές απόψεις για τον εαυτό, τον άμεσο διαπροσωπικό κόσμο και το μέλλον - η γνωστική τριάδα - κυριαρχούν στην κατάθλιψη όπως και οι μη συντονισμένες με την πραγματικότητα αρνητικές υποθέσεις και τα σφάλματα λογικής ή γνωστικές παραμορφώσεις. Όλα τα παραπάνω μαζί με αυτόματες (αρνητικές) σκέψεις (π.χ. «Δεν είμαι καλός», «Κανείς δε με καταλαβαίνει») κρατούν το άτομο σε κατάθλιψη, καθώς αυτό εκτιμά αρνητικά το τι συμβαίνει μέσα του, στις σχέσεις του, το τι συνέβη στο παρελθόν ή το τι περιμένει να συμβεί στο μέλλον.

Αυτός ο εσφαλμένος τρόπος σκέψης οδηγεί το άτομο να υποτιμά τον εαυτό του, την αγάπη ή την επιδοκιμασία που του δίνουν ή του έδωσαν, τα επιτεύγματά του ή το τι του επιφυλάσσει το μέλλον - ηγνωστική τριάδα - το οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα εξαιτίας των σιωπηλών υποθέσεων (π.χ. «Αν δεν κερδίσω την αγάπη του, δεν αξίζω», «Αν συμβεί κάτι κακό, είναι εξαιτίας μου») το οδηγεί σε σφάλματα λογικής, δηλαδή σε γνωστικές παραμορφώσεις (διαστρεβλώσεις).

Σε αντίθεση με την ψυχαναλυτικού τύπου ψυχοθεραπεία, η γνωσιακή είναι βραχύχρονη και προσανατολισμένη στο εδώ και το τώρα. Στόχος της είναι η εξάλειψη των συμπτωμάτων από τα οποία κάποιος άνθρωπος υποφέρει.

Διαπροσωπική προσέγγιση

Πρόκειται για βραχείας διάρκειας ψυχοθεραπεία που εστιάζει στα συμπτώματα της νόσου και θεωρεί γενεσιουργό αιτία τις προσωπικές κρίσεις του ατόμου. Βασικά στοιχεία της κατάθλιψης θεωρούνται τα συμπτώματα, η λειτουργικότητα και η προσωπικότητα του ασθενούς. Η θεραπευτική αυτή προσέγγιση εστιάζει στις σημαντικές διαπροσωπικές σχέσεις, στις προσδοκίες και στις αντιλήψεις του ασθενή. Η στάση του διαπροσωπικού θεραπευτή είναι θετική, ενεργητική και μη κριτική. Η θεραπευτική σχέση χρησιμοποιείται ως πρότυπο για τις σχέσεις του ασθενή. Οι βασικές προβληματικές διαπροσωπικές περιοχές που μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της θεραπείας είναι το πένθος και οι διαπροσωπικές συγκρούσεις.

Αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών προσεγγίσεων

Σύμφωνα με τα ευρήματα πρόσφατων ερευνών, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ψυχοθεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική σε όλες τις ηλικίες ακόμη και στα άτομα που νοσηλεύονται με κατάθλιψη. Η ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με την φαρμακοθεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην κατάθλιψη μεγάλης βαρύτητας. Ιδιαίτερα αποτελεσματική θεωρείται η γνωσιακή και η διαπροσωπική ψυχοθεραπεία. Η αποτελεσματικότητα της ψυχαναλυτικής προσέγγισης δεν έχει μελετηθεί αρκετά και υπάρχουν δυσκολίες σχετικά με τη μεθοδολογία των ψυχαναλυτικών ερευνών. Αντίστοιχα, η μελέτη της αμιγούς συμπεριφορικής προσέγγισης είναι μεθοδολογικά δύσκολη καθώς εμπλέκεται και ο γνωσιακός παράγοντας. Επίσης, οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις γενικότερα συμβάλλουν στην πρόληψη των υποτροπών της κατάθλιψης.

Αλλαγή στα νευροβιολογικά δεδομένα του εγκεφάλου

Η ψυχοθεραπεία επηρεάζει βιολογικές δομές του εγκεφάλου σύμφωνα με αποτελέσματα πρόσφατων μελετών λειτουργικής νευροαπεικόνισης του εγκεφάλου. Για παράδειγμα ασθενείς με θετική αντίδραση στη γνωσιακή θεραπεία παρουσίασαν αλλαγές του μεταβολισμού της γλυκόζης με μείωση στον έσω προμετωπιαίο φλοιό, στον μετωπο-κογχικό φλοιό και στον κροταφο-ινιακό φλοιό.

Κατάθλιψη και διαγνωστικά κριτήρια βάση DSM-IV

Η κατάθλιψη (Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή κατά το DSM-IV) ανήκει στις Διαταραχές της Διάθεσης ή Συναισθηματικές Διαταραχές, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η διαταραχή της συναισθηματικής διάθεσης. Η συναισθηματική διάθεση είναι ο καθολικός και σταθερός συναισθηματικός τόνος που βιώνεται εσωτερικά και που σε ακραίες καταστάσεις μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό όλες τις πλευρές της συμπεριφοράς ενός ατόμου καθώς και την αντίληψή του για τον περιβάλλοντα κόσμο. Η εξωτερική έκφραση της συναισθηματικής διάθεσης είναι το συναίσθημα.

Οι Διαταραχές της Διάθεσης, σύμφωνα με το DSM-IV, διαιρούνται στις Καταθλιπτικές Διαταραχές, τις Διπολικές Διαταραχές, τη Διαταραχή της Διάθεσης Οφειλόμενη σε Γενική Ιατρική Κατάσταση, τη Διαταραχή της Διάθεσης Προκαλούμενη από Ουσίες και τη Διαταραχή της Διάθεσης Μη Προσδιοριζόμενη Αλλιώς.

Οι Καταθλιπτικές Διαταραχές περιλαμβάνουν τη Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή, τη Δυσθυμική Διαταραχή και την Καταθλιπτική Διαταραχή Μη Προδιοριζόμενη Αλλιώς.

Επιδημιολογία

Ο κίνδυνος εμφάνισης κατάθλιψης σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου είναι 10%-25% για τις γυναίκες και 5%-12% για τους άνδρες, δηλαδή είναι διπλάσιος για τις γυναίκες. Τα ποσοστά αυτά δε φαίνεται να επηρεάζονται από την εθνικότητα, το μορφωτικό επίπεδο, την οικονομική κατάσταση ή από το αν το άτομο είναι ανύπανδρο, έγγαμο, χωρισμένο ή σε χηρεία.

Η κατάθλιψη μπορεί να αρχίσει σε οποιαδήποτε ηλικία. Η μέση ηλικία έναρξης είναι περίπου στα 25 έτη. Είναι δύο φορές πιο συχνή σε έφηβες και ενήλικες γυναίκες απ’ ότι σε εφήβους και ενήλικες άνδρες, αλλά είναι το ίδιο συχνή σε αγόρια και κορίτσια στην προεφηβική ηλικία. Η υψηλότερη συχνότητα και για γυναίκες και για άνδρες είναι μεταξύ 25 και 44 ετών, ενώ ελαττώνεται και για τους δύο μετά τα 65.

Σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι σεεπιδημιολογικές μελέτες που έγιναν σε ηλικιωμένους βρέθηκε ότι 10-25% εμφανίζουν σημαντικά συμπτώματα κατάθλιψης. Από αυτούς το 1-5% πάσχουν από μείζονα κατάθλιψη και το 2-8% πάσχουν από δυσθυμία. Σε μελέτες που έγιναν σε γηροκομεία και οίκους ευγηρίας το ποσοστό των ατόμων με μείζονα κατάθλιψη ανέρχεται σε 5-15%, ενώ ένα 30% επιπλέον αυτών εμφανίζει σημαντικά καταθλιπτικά συμπτώματα όπως δυσφορία, μελαγχολία, διαταραχές της όρεξης και του ύπνου. Τέλος σε μελέτες που έγιναν σε ηλικιωμένους ασθενείς γενικών νοσοκομείων ένα 5-10% εμφάνιζαν συμπτώματα μείζονος κατάθλιψης, ενώ ένα επιπρόσθετο 15-25% παρουσίαζαν σημαντική καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Βιβλιογραφία

Beck, J. (2007). Εισαγωγή στη γνωστική θεραπεία. Αθήνα : εκδόσεις Πατάκης.

Bowlby J. (1980). Loss : sadness and depression. New York, Basic Books.

Γκίλμπερτ, Π. (2007). Ξεπερνώντας την κατάθλιψη. Αθήνα: εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Costello C. Anxiety and depression. New York, Fireside.

Crits-Christoph P. (1992). The efficacy of brief dynamic psychotherapy : a meta – analysis. American Journal of Psychiatry

Cuijpers P. et al. (2008). Psychotherapy for depression in adults : a meta analysis of comparative outcome studies. Journal of Consulting Clinical Psychology.

Frank JD. and Frank JB. (1993). Persuasion and healing. New York, Norman Cousins.

Hagop S. Akiskal and Giovanni B. Cassano. Dysthymia and the Spectrum of Chronic Depressions

Klein M. (1975). Love, guilt and reparation and other works 1921-1945. New York, Free Press.

Leichsenring F. and Rabung S. (2008). Effectiveness of long – term psychodynamic psychotherapy : a meta analysis. JAMA.

Markowitz J. (2003). Interpersonal psychotherapy for chronic depression. Journal of Clinical Psychology.

Μπλουμφιλντ, Χ. (2005). Θεραπεύοντας την κατάθλιψη. Αθήνα : εκδόσεις Θυμάρι.

Seligman, E. (1976). On depression, development and death. New York, Fireside.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ